ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ) 
Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀδελφοί μου, βλέπουμε τὸ Χριστὸ νὰ κηρύττει σ’ ἕνα μεγάλο πλῆθος τοῦ λαοῦ εὐρισκόμενος σὲ κάποιο σπίτι στὴν Καπερναούμ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς «ἐλάλει λόγον», ὅταν ἔρχονται τέσσερεις ἄνθρωποι «παραλυτικὸν φέροντες». Ἐπειδή, ὅμως, ἦταν ἀδύνατον νὰ φτάσουν ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, παίρνουν τὴν παράτολμη ἀπόφαση νὰ ξηλώσουν ἕνα μέρος τῆς σκεπῆς καὶ νὰ κατεβάσουν μὲ σχοινιὰ τὸν παράλυτο, ὁ ὁποῖος βρίσκεται πάνω σ’ ἕνα κρεβάτι, μπροστὰ στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ γιὰ θεραπεία.
Καὶ ἐνῶ ὁ Κύριος βλέπει μπροστά του ἕναν παράλυτο, δὲν τοῦ προσφέρει τὴν θεραπεία τοῦ σώματος ἀλλὰ προτιμᾶ νὰ τοῦ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες: «Τέκνον ἀφέωνται σοὶ αἱ ἁμαρτίαι σου». Εἶναι προτιμώτερο γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ μέσω τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, παρὰ νὰ ἰαθεῖ ἀπὸ μιὰ νόσο. Ἡ ἁμαρτία χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ μετάνοια τὸν συμφιλιώνει. Τὸ κυρίαρχο γεγονός, λοιπόν, στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἑνωθεῖ μαζί του. Αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου: ἡ θέωση. Καὶ αὐτὸς ὁ δρόμος περνᾶ ὑποχρεωτικὰ ἀπὸ τὴν μετάνοια, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε σὲ ὅλο της τὸ βάθος τὸ μέγεθος τῆς εὐεργεσίας τοῦ Χριστοῦ στὸν ἄνθρωπο, ὅτι δηλαδὴ μὲ τὴ Ταφὴ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του μᾶς ἄνοιξε ξανὰ τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου, τις ὁποῖες ἡ παρακοὴ τῶν Πρωτοπλάστων εἶχε κλείσει.
Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι ἡ συμπεριφορὰ τῶν τεσσάρων φίλων τοῦ παραλύτου. Ἀψηφώντας κάθε ἐμπόδιο ὁδηγοῦν μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ τὸν ἄρρωστο φίλο τους. Ἡ ἀγάπη τους εἶναι ἀδιαμφισβήτητη ἀλλὰ καὶ ἡ πίστη τους, ὅτι ὁ Ἰησοῦς θὰ τὸν θεραπεύσει, εἶναι τέτοια ποὺ τοὺς βοηθᾶ νὰ ξεπεράσουν κάθε δυσκολία. Καὶ ὁ Κύριος προσβλέποντας στὴν δική τους πίστη κάνει τὸ θαῦμα!
Ἡ στάση τους, ὅμως, εἶναι παράδειγμα πρὸς μίμηση ἀπὸ ἐμᾶς. Ὁ παραλυτικὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποῦ ζεῖ στὴν ἁμαρτία καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιδράσει προκειμένου νὰ σωθεῖ. Περιμένει ἄλλοι νὰ τὸν σηκώσουν. Κάποιοι πρέπει νὰ προσευχηθοῦν ἐπανειλημμένα γι’ αὐτὸν ἕως ὥτου ἡ προσευχή τους θὰ τὸν φέρει ἐνώπιόν τοῦ Κυρίου. Ὁ Θεὸς, σεβόμενος τὸ αὐτεξούσιο τοῦ πλάσματός του, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει χωρὶς τὴν συγκατάθεσή μας. Οἱ ἄνθρωποι, λοιπόν, πού ἔχουν παραλύσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία περιμένουν ἐμᾶς νὰ ἐνεργήσουμε. Ἡ δική μας προσευχὴ ἐνεργοποιεῖ τὴν παρέμβαση τοῦ Κυρίου. Ἔτσι, ὅσοι πραγματικὰ ἀγαποῦν τὸν ἀδελφό τους προσεύχονται ἀλλὰ καὶ ἐνεργοῦν θυσιαστικὰ γιὰ τὴν σωτηρία του. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι: «Θεοῦ γὰρ ἐσμεν συνεργοὶ» (Α΄ Κορ. 3,9) ἐννοεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατηγοροῦμε κάποιον ἀδελφὸ γιὰ τὴν κατάστασή του, ἀλλὰ ὀφείλουμε νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὸ φωτισμὸ καὶ τὴν σωτηρία του.
Ἄλλωστε ἀπόδειξη πνευματικῆς ἀνόδου εἶναι, ὅταν θεωροῦμε «χρεωμένους» ἐπάνω μας ὅλους τους ἀδελφοὺς πού εἶναι μακρυὰ ἀπὸ τὴν πίστη. Ὅμως, αὐτὴ ἡ ἀγάπη καὶ πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἀκόμη, εἶναι ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη διδασκαλία. Εἶναι ἡ ἀπόδειξη ἀγάπης πρὸς τὸ Θεό, ἀφοῦ ἡ ἐπιδίωξη ἁγίας ζωῆς εἶναι σύμφωνη μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιος εἰμι» (Α΄ Πετρ. 1, 16). Ὅπως ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ ὅλους τους ἀνθρώπους μὲ τέλεια ἀγάπη, ἔτσι ὅρισε κι ἐμεῖς νὰ ἀγαποῦμε ὅλους τους ἀνθρώπους.
Τὸ δραματικὸ σήμερα, ὅμως, ὅπως καὶ στὴν περίπτωση τοῦ παραλυτικοῦ, δὲν εἶναι ἡ ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτωλότητάς τους ἀλλὰ ἡ ἔλλειψη κάποιων φίλων ἢ συγγενῶν ἢ μίας Ἐκκλησίας ποὺ νὰ προσεύχεται γι’ αὐτούς, νὰ πιστεύει στὴ σωτηρία τους, νὰ μεταφέρει τὰ ἀνθρώπινα ράκη κοντὰ στὸν Χριστό, γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει καὶ ἁγιάζεται ὄχι μόνο γιὰ τὰ μέλη της ἀλλὰ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Οἱ Ἅγιοι ἀγωνίζονται καὶ ἁγιάζονται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴν σωτηρία τὴ δική μας, τῶν ταπεινῶν καὶ ἁμαρτωλῶν. Ἡ δική μας ἀδιαφορία καὶ ἁμαρτωλὴ κατάσταση σπρώχνει τοὺς ἁγίους νὰ ἐντείνουν τὸν ἀγώνα τους. Πόσο διαφορετικὸς, ὅμως, θὰ ἦταν ὁ κόσμος μας, ἂν καὶ ἐμεῖς μὲ τὴ σειρὰ μας πιστεύαμε καὶ ἁγιαζόμασταν γιὰ κάποιο φίλο μας, συγγενῆ ἢ καὶ ἐχθρό μας ἀκόμη!
Τὸ θαῦμα σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἔγινε ἐπειδὴ ὁ Κύριος εἶδε τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη τῶν τεσσάρων φίλων τοῦ παραλυτικοῦ. Καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στὸν ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένη ἡ δεύτερη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ὑποδεικνύει ὅτι οἱ τέσσερις βαστάζοι τῆς παράλυτης ψυχῆς εἶναι ἡ ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ ἐξομολόγησή τους, ἡ ἀπόφαση γιὰ ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ ἡ διαρκής προσευχὴ πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὰ νὰ ἀξιωθοῦμε κι ἐμεῖς νὰ ἀποκτήσουμε καὶ πρὸς χάριν τῶν ἀδελφῶν μας. Ἀμήν.

Comments are closed.